dead

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

dead (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

dead (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος work

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • the battery is dead: η μπαταρία έχει αδειάσει ή δεν λειτουργεί
  • the phone is dead: το τηλέφωνο είναι 'νεκρό'