dead
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | dead |
| συγκριτικός | deader |
| υπερθετικός | deadest |
dead (en)
- νεκρός, ξερός, που έχει πεθάνει
dead or alive - νεκρός ή ζωντανός
five dead and ten injured - πέντε νεκροί και δέκα τραυματίες
They laid the dead man/dead woman on the bed.
- Έβαλαν τον νεκρό/τη νεκρή πάνω στο κρεβάτι.
dead leaves/flowers/trees - ξερά φύλλα/λουλούδια/δέντρα
- αδειάζω, νεκρός, για μηχανές που δεν λειτουργούν λόγω έλλειψης ενέργειας
The battery is dead, it needs recharging.
- Η μπαταρία άδειασε, θέλει γέμισμα.
the phone is dead - το τηλέφωνο είναι νεκρό
- νεκρός, που δεν χρησιμοποιείται πλέον
dead languages - νεκρές γλώσσες
- νεκρός, που δεν ζούσε ποτέ
dead matter - νεκρή ύλη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dead (en)
- (μόνο πληθυντικός) οι νεκροί, άνθρωποι που έχουν πεθάνει
They buried their dead.
- Έθαψαν τους νεκρούς τους.
The dead live in the hearts of the living.
- Οι νεκροί ζούνε στην καρδιά των ζωντανών.
Πηγές
[επεξεργασία]- dead (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- dead (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- dead (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 583. ISBN 9780194325684., λήμμα: νεκρός