Μετάβαση στο περιεχόμενο

deflection

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
deflection deflections

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

deflection (en)

  1. εξοστρακισμός, αλλαγή πορείας λόγω πρόσκρουσης
  2. (μεταφορικά) αλλαγή ιδεολογικής ή διαχειριστικής κατεύθυνσης