εξοστρακισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

όστρακα εξοστρακισμού στην αρχαία Αθήνα, Μουσείο Αρχαίας Αγοράς, Στοά Αττάλου, Αθήνα.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξοστρακισμός εξοστρακισμοί
γενική εξοστρακισμού εξοστρακισμών
αιτιατική εξοστρακισμό εξοστρακισμούς
κλητική εξοστρακισμέ εξοστρακισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξοστρακισμός < ελληνιστική κοινή ἐξοστρακισμός < αρχαία ελληνική ἐξοστρακίζω < ἐξ + ὀστρακίζω < ὄστρακον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξοστρακισμός αρσενικό

  1. o οστρακισμός, η εξορία
  2. η αλλαγή πορείας ενός αντικειμένου που κινείται με μεγάλη ταχύτητα (πχ βλήμα πυροβόλου όπλου) έπειτα από πρόσκρουσή του σε σκληρή επιφάνεια
    • πρόσκρουση-κρούση αντικειμένου σε σκληρή επιφάνεια ή άλλο αντικείμενο με αποτέλεσμα την αλλαγή πορείας του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]