derive

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

derive (en)

  1. αντλώ, αποκομίζω
  2. συμπεραίνω, συμπεραίνω κάτι βάση άλλου, οδηγούμαι νοερά κάπου από κάποια αφετηρία (derive(d) conclusion)