dey

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dey < αραβική داي (dāy) < τουρκική dayı (θείος από την πλευρά της μητέρας)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dey deys

dey (fr) αρσενικό