Μετάβαση στο περιεχόμενο

dirt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dirt (en) (μη μετρήσιμο)

  1. το χώμα, η βρόμα, η βρομιά, κάθε ουσία που κάνει κάτι βρώμικο, για παράδειγμα σκόνη, χώμα ή λάσπη
    παράδειγμα  His clothes were covered with dirt.
    Τα ρούχα του ήταν όλο χώμα.
    παράδειγμα  The children were playing in the dirt.
    Τα παιδιά έπαιζαν στα χώματα.
    παράδειγμα  His hands were covered in dirt.
    Τα χέρια του ήταν γεμάτα βρόμα.
    παράδειγμα  There is dirt everywhere.
    Παντού υπάρχουν βρωμιές.
  2. (ειδικά αμερικανική σημασία) το χώμα, χαλαρή γη
    παράδειγμα  My shoes are full of dirt.
    Τα παπούτσια μου είναι γεμάτα χώμα.
    παράδειγμα  I fill a pit with dirt.
    Γεμίζω μια γούβα με χώμα.