Μετάβαση στο περιεχόμενο

disability

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
disability < disable + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
disability disabilities

disability (en)

  1. η αναπηρία
    παράδειγμα  A limp is a form of disability.
    Η χωλότητα είναι μια μορφή αναπηρίας.
  2. (μη μετρήσιμο) αναπηρικός
    παράδειγμα  He received a disability pension due to a serious injury.
    Έλαβε αναπηρική σύνταξη λόγω σοβαρού τραυματισμού.