dose

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dose doses

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dose (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • a dose of (one's) own medicine



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dose (fr) θηλυκό