dose

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dose (en)

Book icon.png Ιδιωματισμοί

  • a dose of (one's) own medicine[1]

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dose (fr) θηλυκό

  1. δόση