Μετάβαση στο περιεχόμενο

drench

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας drench
γ΄ ενικό ενεστώτα drenches
αόριστος drenched
παθητική μετοχή drenched
ενεργητική μετοχή drenching
  • περνάω, κάνω κάτι τελείως υγρό
    παράδειγμα  The rain drenched us to the skin.
    Η βροχή μας πέρασε ως το κόκκαλο.
     συνώνυμα: soak