Μετάβαση στο περιεχόμενο

drunkard

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
drunkard drunkards

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

drunkard (en)