durability

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

durability (en)

  1. αντοχή
  2. (βάσεις δεδομένων) μονιμότητα, μία από τις ιδιότητες που πρέπει να υποστηρίζει μια βάση δεδομένων (βλ. ACID)
    δείτε επίσης: durability (database systems) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • durability στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια