Μετάβαση στο περιεχόμενο

eat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας eat
γ΄ ενικό ενεστώτα eats
αόριστος ate
παθητική μετοχή eaten
ενεργητική μετοχή eating
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

eat (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]