eating

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eating (en)

  1. το φαγητό (η ενέργεια)
  2. η τροφή, τα φαγώσιμα

Επίθετο[επεξεργασία]

eating (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

eating (en)

  • ενεργητική μετοχή του ρήματος eat