eldono
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | eldono | eldonoj |
| αιτιατική | eldonon | eldonojn |
eldono (eo)
- η έκδοση
- la greklingva eldono de la libro - η ελληνική έκδοση του βιβλίου