elle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

elle < λατινική illa (εκείνη)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛl/
elle 

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
elle elles

elle (fr) θηλυκό

  • αυτή, προσωπική αντωνυμία

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

elle (lv)