Μετάβαση στο περιεχόμενο

endométrite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
endométrite < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /;;;/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
endométrite endométrites

endométrite (fr) θηλυκό