escudo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Escudo

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
escudo escudos

escudo (pt) αρσενικό

  1. το εσκούδο (πρώην νόμισμα της Πορτογαλίας)