expose

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

expose (en)

  1. αποκαλύπτω, εκθέτω (κάτι σε κοινή θέα)
    someone exposed my Facebook data
  2. εκθέτω φωτογραφικό φιλμ στο φως
  3. (πληροφορική) καθιστώ μία οντότητα (πχ. συνάρτηση, αντικείμενο, κλάση, κλπ) διαθέσιμη στο υπόλοιπο πρόγραμμα ή σε άλλα προγράμματα, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επαναχρησιμοποιήσιμος κώδικας