extant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

extant (en)

  1. που ακόμα ζει, επιβιώνει
    Greek language is still extant in some areas in Italy
  2. που υπάρχει ακόμα, που δεν έχει καταστραφεί, σωζόμενος
    this silver half dollar is the only extant coin of its kind
     αντώνυμα: disappeared
  3. αρτίγονος, που είναι ακόμα ζωντανός, που δεν έχει εξαφανιστεί
    extant species
     αντώνυμα: extinct