Μετάβαση στο περιεχόμενο

fall out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fall out
γ΄ ενικό ενεστώτα falls out
αόριστος fell out
παθητική μετοχή fallen out
ενεργητική μετοχή falling out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fall out <  δείτε τις λέξεις fall και out

fall out (en)

  1. πέφτω, αποσπώμαι από τη θέση μου
    παράδειγμα  My hair is starting to fall out.
    Τα μαλλιά μου άρχισαν να πέφτουν.
    παράδειγμα  Why won’t this hairpin stay put instead of falling out so often?
    Γιατί δεν μένει αυτή η φουρκέτα στη θέση της αντί να πέφτει κάθε τόσο;
  2. δεν μιλώ πια σε κάποιον
    • τα τσουγκρίζω με κάποιον (με την αρνητική σημασία, όχι για πρόποση)