Μετάβαση στο περιεχόμενο

feasibility

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
feasibility < feasible + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

feasibility (en) (μη μετρήσιμο)

  • η εφικτότητα, το εφικτό, το να μπορεί κάτι να πραγματοποιηθεί
    παράδειγμα  the feasibility of a venture - η εφικτότητα του εγχειρήματος
    παράδειγμα  Politics is the art of feasibility, not of desirability.
    Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και όχι του επιθυμητού.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]