feisty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

feisty < → δείτε τις λέξεις feist και -y

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfaɪ.stɪ/

Επίθετο[επεξεργασία]

feisty (en)
για γυναίκα, παιδί, μικρόσωμο ή χαριτωμένο άτομο ή ζώο

  1. δυναμικός, ενεργητικός, επίμονος
  2. μαχητικός
  3. εριστικός, επιθετικός