εριστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ερειστικός, ἐριστικός, ἐρειστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εριστικός εριστική εριστικό
γενική εριστικού εριστικής εριστικού
αιτιατική εριστικό εριστική εριστικό
κλητική εριστικέ εριστική εριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εριστικοί εριστικές εριστικά
γενική εριστικών εριστικών εριστικών
αιτιατική εριστικούς εριστικές εριστικά
κλητική εριστικοί εριστικές εριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εριστικός < αρχαία ελληνική ἐριστικός < ἐριστής + -ικός < ἐρίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.ɾi.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εριστικός, -ή, -ό

  1. (για πρόσωπα) που αγαπά να ερίζει, που με τη στάση του αυξάνει την ένταση σε μια διαφωνία, που συνηθίζει να προκαλεί ή να συντηρεί έριδες, ο φιλόνικος
  2. (για στάσεις, συμπεριφορές) που αυξάνει την ένταση σε μια διαφωνία, που προκαλεί ή συντηρεί έριδες
  3. εριστικός διάλογος: είδος διαλόγου που γίνεται με σκοπό την αντιπαράθεση αυτή καθ' αυτήν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]