femur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: fémur

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

femur < λατινική femur (= μηρός)
Μπροστινή όψη μηριαίου οστού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

femur (en) (πληθυντικός femurs ή femora)

  1. (ανατομία) το μηριαίο οστό
  2. το τρίτο τμήμα -από το σώμα- του ποδιού ενός εντόμου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]