fingernail

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fingernail fingernails

fingernail (en)

  1. νύχι (ανθρώπου)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]