claw

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

claw (en)

  1. το νύχι (ζώου ή πουλιού)
  2. η δαγκάνα ενός αρθρόποδου
    lobster claws - οι δαγκάνες του αστακού

Open book 01.svg Ρήμα[]

claw (en)

  1. γδέρνω ή ξεσκίζω με τα νύχια
  2. αρπάζω κάτι με τα νύχια
  3. σκαρφαλώνω μετα νύχια