fir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fir (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

υπώνυμο: η αργυρελάτη, ασημοελάτη[επεξεργασία]
  • Abies, abies (θηλυκό, στον πληθυντικό· το δέντρο, όχι το εβραϊκό όνομα)
  • ἄβιν, άβιν