Μετάβαση στο περιεχόμενο

flirt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
flirt flirts

flirt (en)

  • το φλερτ, άτομο που φλερτάρει με πολλούς ανθρώπους
    παράδειγμα  He’s a big flirt; whenever we go out he talks to all the girls.
    Είναι μεγάλο φλερτ· όποτε βγαίνουμε μιλάει με όλες.
ενεστώτας flirt
γ΄ ενικό ενεστώτα flirts
αόριστος flirted
παθητική μετοχή flirted
ενεργητική μετοχή flirting

flirt (en)

  • (αμετάβατο) φλερτάρω, ερωτοτροπώ
    παράδειγμα  He really likes flirting at parties.
    Του αρέσει πολύ να φλερτάρει στα πάρτι.
    παράδειγμα  She flirts with him discreetly/cutely/cleverly.
    Τον φλερτάρει διακριτικά/χαριτωμένα/έξυπνα.

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
flirt flirts

flirt (fr) αρσενικό