Μετάβαση στο περιεχόμενο

flirt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
flirt  δείτε τη λέξη φλερτ και flirt#English στο αγγλικό Βικιλεξικό#Etymology με αναφορές σε συγγενή.
  φλερτ αγγ. flirt «ίσως εκφραστ.[ική] λέξη ηχομιμητ.[ικής] αρχής, όπως φαίνεται από το αρχικό συμφωνικό σύμπλεγμα fl- (πβ. αγγλ.[ικό] flip, flap, flick
ΣτΕ: Το λήμμα συνεχίζεται με παράθεση άλλων εκδοχών. Τέλος, σημειώνει "Από τον 18ο αι.[ώνα] η αγγλ[ική] λέξη αποκτά τη βασική σημερινή σημ.[ασία] «ερωτοτροπώ επιπόλαια, χωρίς σοβαρό ενδιαφέρον»."[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /flɜːt/
ΔΦΑ : /flɚt/ (αμερικανικό)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
flirt flirts

flirt (en)

  • το φλερτ, άτομο που φλερτάρει με πολλούς ανθρώπους
    παράδειγμα  He’s a big flirt; whenever we go out he talks to all the girls.
    Είναι μεγάλο φλερτ· όποτε βγαίνουμε μιλάει με όλες.
ενεστώτας flirt
γ΄ ενικό ενεστώτα flirts
αόριστος flirted
παθητική μετοχή flirted
ενεργητική μετοχή flirting

flirt (en)

  • (αμετάβατο) φλερτάρω, ερωτοτροπώ
    παράδειγμα  He really likes flirting at parties.
    Του αρέσει πολύ να φλερτάρει στα πάρτι.
    παράδειγμα  She flirts with him discreetly/cutely/cleverly.
    Τον φλερτάρει διακριτικά/χαριτωμένα/έξυπνα.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φλερτ - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας..



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
flirt flirts

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
flirt < (άμεσο δάνειο) αγγλική flirt

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /flœʁt/ και /fliʁt/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

flirt (fr) αρσενικό