flirt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| flirt | flirts |
flirt (en)
- το φλερτ, άτομο που φλερτάρει με πολλούς ανθρώπους
He’s a big flirt; whenever we go out he talks to all the girls.
- Είναι μεγάλο φλερτ· όποτε βγαίνουμε μιλάει με όλες.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | flirt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | flirts |
| αόριστος | flirted |
| παθητική μετοχή | flirted |
| ενεργητική μετοχή | flirting |
flirt (en)
- (αμετάβατο) φλερτάρω, ερωτοτροπώ
He really likes flirting at parties.
- Του αρέσει πολύ να φλερτάρει στα πάρτι.
She flirts with him discreetly/cutely/cleverly.
- Τον φλερτάρει διακριτικά/χαριτωμένα/έξυπνα.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| flirt | flirts |
flirt (fr) αρσενικό
- το φλερτ, η ερωτοτροπία