Μετάβαση στο περιεχόμενο

ερωτοτροπώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ερωτοτροπώ < έρωτ(ας) + -ο- + τρόπ(ος) +

ερωτοτροπώ

  1. φλερτάρω
  2. εκδηλώνομαι διαχυτικά στον ερωτικό τομέα
      Ποια σύζυγος, μετά από τέτοιο φέρσιμο, θα του παραστεκότανε; Μα, να ερωτοτροπεί με την τσουλάρα; Χαρά στη γυναίκα ! Ήταν άξιος της μοίρας του. (Χρήστος Ναούμ, Άσωτοι έρωτες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]