fouineur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fouineur < fouiner

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fui.nœʁ/

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό fouineur fouineurs
θηλυκό fouineuse fouineuses

fouineur (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]