Μετάβαση στο περιεχόμενο

fratricide

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fratricide (en)

  1. η αδελφοκτονία
  2. ο/η αδελφοκτόνος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fratricide (fr) αρσενικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

fratricide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fratricide fratricides

fratricide (fr) αρσενικό ή θηλυκό