αδελφοκτονία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αδελφοκτονία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀδελφοκτονία < ελληνιστική κοινή ἀδελφοκτονία[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε αδελφο- + -κτονία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ðel.fo.ktoˈni.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐δελ‐φο‐κτο‐νί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αδελφοκτονία θηλυκό (επίσημο)
- ο φόνος του αδελφού ή της αδελφής
- (κατ’ επέκταση) ο φόνος ομοεθνούς, ομόθρησκου ή γενικότερα συνανθρώπου
- (ειδικότερα) ο εμφύλιος πόλεμος· ο φόνος συμπατριωτών σε εμφύλιο πόλεμο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αδελφοκτονία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αδελφοκτονία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αδελφοκτονία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αδελφο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -κτονία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίσημοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)