fuco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fuco < λατινική fucus που προέρχεται από το ελληνικό ϕῦκος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fuco (it)

  1. (εντομολογία) ο κηφήνας (αρσενική μέλισσα)
  2. (βοτανική) είδος άλγης|
  3. χρώμα που κατασκευάζεται από φύκια