κηφήνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κηφήνας οι κηφήνες
      γενική του κηφήνα των κηφήνων
    αιτιατική τον κηφήνα τους κηφήνες
     κλητική κηφήνα κηφήνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηφήνας < αρχαία ελληνική κηφήν < προελληνική[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηφήνας αρσενικό

  1. (εντομολογία) η αρσενική μέλισσα που χρησιμοποιείται και χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή (γονιμοποίηση της βασίλισσας)
  2. (μεταφορικά) κάθε τεμπέλης άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων, παρασιτικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.