άλγη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άλγη άλγες
γενική άλγης αλγών
αιτιατική άλγη άλγες
κλητική άλγη άλγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλγη < γαλλική algue < λατινική alga <πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *alǵ- (είμαι αηδιαστικός / γλοιώδης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλγη θηλυκό

  • (βιολογία) φύκια ή άλλα φυτά που αναπτύσσονται σε αποικίες σε υδάτινο περιβάλλον
    Οι επιστήμονες μιλούν εγκωμιαστικά για μια νέα, πράσινη επανάσταση. Χρησιμοποιώντας τη γενετική μηχανική και εξελιγμένες μεθόδους εκτροφής και διαλογής, οι βιοχημικοί, και κυρίως αυτοί που εργάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετατρέπουν την μπλε και πράσινη άλγη σε μικροσκοπικά εργοστάσια πετρελαίου, αιθανόλης και ντίζελ. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

άλγη