γλοιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γλοιώδης γλοιώδης γλοιώδες
γενική γλοιώδους γλοιώδους γλοιώδους
αιτιατική γλοιώδη γλοιώδη γλοιώδες
κλητική γλοιώδη(ς) γλοιώδης γλοιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γλοιώδεις γλοιώδεις γλοιώδη
γενική γλοιωδών γλοιωδών γλοιωδών
αιτιατική γλοιώδεις γλοιώδεις γλοιώδη
κλητική γλοιώδεις γλοιώδεις γλοιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλοιώδης < αρχαία ελληνική γλοιώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γλοιώδης

  1. που είναι καλυμμένος με γλίτσα ή, γενικά, με κάποια παχύρρευστη και γλιστερή ουσία, και προκαλεί αίσθημα αηδίας
  2. (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά-μειωτικά) άνθρωπος που προκαλεί αηδία, κυρίως λόγω χυδαίας συμπεριφοράς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλοιώδης < γλοιός (κολλώδης) και εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γλοιώδης, -ης, -ες

  • τὸ γλίσχρον ἀπεμιμήσατο καὶ γλυκὺ καὶ γλοιῶδες (Πλάτ. Κρατ.427)