λόγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγω < αρχαία ελληνική λόγῳ, δοτική του ουσιαστικού λόγος

Πρόθεση[επεξεργασία]

λόγω

  • συντάσσεται με γενική και δηλώνει αιτία
    κλειστό λόγω διακοπών

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

λόγω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]