Μετάβαση στο περιεχόμενο

funeste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
funeste funestes

Επίθετο

[επεξεργασία]

funeste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) θανατικός, θανατηφόρος
  2. ολέθριος, καταστρεπτικός, τραγικός
  3. funeste à: μοιραίος

Συγγενικά

[επεξεργασία]