θανατηφόρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θανατηφόρος < αρχαία ελληνική θανατηφόρος
Επίθετο
[επεξεργασία]θανατηφόρος, -α, -ο
- που οδηγεί στο θάνατο, τον προκαλεί ή τον επιφέρει
- ※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026
- Ένα σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί, ή μονόκοπο ξίφος, που ανακαλύφθηκε σε ένα οχυρωμένο χριστιανικό μοναστήρι στη βόρεια Ελλάδα μπορεί να είναι ένα θανατηφόρο όπλο που χρησιμοποιούσαν είτε οι Τούρκοι πειρατές είτε οι υπερασπιστές του μοναστηριού πριν από εκατοντάδες χρόνια.
- ※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- θανατηφόρα
- → δείτε τις λέξεις θάνατος και φέρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]θανατηφόρος, -ος, -ον
Πηγές
[επεξεργασία]- θανατηφόρος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- θανατηφόρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -η- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φόρος (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)