générique

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
générique génériques

générique (fr) αρσενικό

  1. το γενόσημο
  2. το ζενερίκ ενός φιλμ

Συνώνυμα[edit]

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

ενικός πληθυντικός
générique génériques

générique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γενικός