Μετάβαση στο περιεχόμενο

φιλμ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
φωτογραφικό φιλμ
κινηματογραφικό φιλμ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φιλμ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από την αγγλική film < αγγλοσαξονική filmen (μεμβράνη, δέρμα) < πρωτογερμανική *filmīn < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pél-mo- δέρμα, μεμβράνη < *pel- (καλύπτω, δέρμα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfilm/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φιλμ ουδέτερο άκλιτο

  1. λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση
    παράδειγμα  Το φιλμ κάηκε και δεν μπορούν να εμφανιστούν οι φωτογραφίες.
  2. (κινηματογράφος) κινηματογραφική ταινία
     συνώνυμα: ταινία
  3. συνθετική μεμβράνη
     δείτε και τη λέξη υμένιο
  4. λεπτή στρώση ρευστού υλικού
    παράδειγμα  φιλμ κόλλας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]