Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεμβράνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεμβράνη οι μεμβράνες
      γενική της μεμβράνης των μεμβρανών
    αιτιατική τη μεμβράνη τις μεμβράνες
     κλητική μεμβράνη μεμβράνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεμβράνη < ελληνιστική κοινή μεμβράνα < λατινική membrana < membrum

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meɱˈvɾa.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεμβράνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεμβράνη θηλυκό

  1. (βιολογία, ανατομία) λεπτό και εύκαμπτο στρώμα ιστού που καλύπτει, επενδύει ή διαχωρίζει μέρη του σώματος (ανθρώπων ή ζώων) και ρυθμίζει την ανταλλαγή ουσιών
  2. (τεχνολογία, μηχανική) λεπτό τεχνητό φύλλο από υλικά όπως πλαστικό, μέταλλο ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται για προστασία, στεγανοποίηση ή έλεγχο ροής
  3. (χημεία) λεπτό πορώδες φράγμα που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση συγκεκριμένων μορίων ή ιόντων, διαχωρίζοντας μείγματα
  4. (μουσικό όργανο) λεπτό ελαστικό υλικό τεντωμένο (π.χ. σε τύμπανο), το οποίο πάλλεται και παράγει ήχο
  5. πολύ λεπτό δέρμα ζώου ή ειδικό χαρτί που χρησιμοποιείται για αντιγραφή ή επίσημα έγγραφα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]