μεμβράνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεμβράνη < ελληνιστική κοινή μεμβράνα < λατινική membrana < membrum
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /meɱˈvɾa.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μεμ‐βρά‐νη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεμβράνη θηλυκό
- (βιολογία, ανατομία) λεπτό και εύκαμπτο στρώμα ιστού που καλύπτει, επενδύει ή διαχωρίζει μέρη του σώματος (ανθρώπων ή ζώων) και ρυθμίζει την ανταλλαγή ουσιών
- (τεχνολογία, μηχανική) λεπτό τεχνητό φύλλο από υλικά όπως πλαστικό, μέταλλο ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται για προστασία, στεγανοποίηση ή έλεγχο ροής
- (χημεία) λεπτό πορώδες φράγμα που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση συγκεκριμένων μορίων ή ιόντων, διαχωρίζοντας μείγματα
- (μουσικό όργανο) λεπτό ελαστικό υλικό τεντωμένο (π.χ. σε τύμπανο), το οποίο πάλλεται και παράγει ήχο
- πολύ λεπτό δέρμα ζώου ή ειδικό χαρτί που χρησιμοποιείται για αντιγραφή ή επίσημα έγγραφα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεμβράνη
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Μηχανική (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Μουσικά όργανα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)