μεμβράνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεμβράνη οι μεμβράνες
      γενική της μεμβράνης των μεμβρανών
    αιτιατική τη μεμβράνη τις μεμβράνες
     κλητική μεμβράνη μεμβράνες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεμβράνη < μεταγενέστερη ελληνική μεμβράνα < λατινική membrana

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεμβράνη και μεμβράνα θηλυκό

  1. διαχωριστικό μέσο, το οποίο δύναται να διαχωρίσει ένα μείγμα ουσιών σε δύο επιμέρους κλάσματα, ένα σε κάθε πλευρά του

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]