μεμβρανώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεμβρανώδης < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική membraneux

Επίθετο[επεξεργασία]

μεμβρανώδης

  1. που μοιάζει με ή αποτελείται από μεμβράνη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]