gamine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gamine (en)

  1. ατίθασο κορίτσι, αγοροκόριτσο με θηλυκότητα
  2. παιδί του δρόμου, συχνά κλεφτρόνι ή πορτοφολάς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gamine (en)

  • χαρακτηρισμός για ελκυστικό αγοροκόριτσο