χαμίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαμίνι χαμίνια
γενική χαμινιού χαμινιών
αιτιατική χαμίνι χαμίνια
κλητική χαμίνι χαμίνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμίνι < μεταφραστικός νεολογισμός (Άθλιοι του Β. Ουγκώ) από τη γαλλική λέξη gamin

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαμίνι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]