Μετάβαση στο περιεχόμενο

γαλλικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Γαλλικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαλλικός η γαλλική το γαλλικό
      γενική του γαλλικού της γαλλικής του γαλλικού
    αιτιατική τον γαλλικό τη γαλλική το γαλλικό
     κλητική γαλλικέ γαλλική γαλλικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαλλικοί οι γαλλικές τα γαλλικά
      γενική των γαλλικών των γαλλικών των γαλλικών
    αιτιατική τους γαλλικούς τις γαλλικές τα γαλλικά
     κλητική γαλλικοί γαλλικές γαλλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γαλλικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γαλλικός (γαλατικός)[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε Γαλλ(ία) + -ικός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣa.liˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαλλικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

γαλλικός, -ή, -ό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. γαλλικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. γαλλικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)