Γάλλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: γάλλος, γάλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Γάλλος Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες
γενική Γάλλου Γαλλίδας Γάλλων Γαλλίδων
αιτιατική Γάλλο Γαλλίδα Γάλλους Γαλλίδες
κλητική Γάλλε Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Γάλλος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Γάλλος αρσενικό (θηλυκό Γαλλίδα)

  1. (εθνικό όνομα) αυτός που κατάγεται από την Γαλλία ή έχει γαλλική υπηκοότητα
  2. ευνούχος ιερέας της θεάς Κυβέλης στην αρχαία Φρυγία[1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: Γαλλία

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]