γάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: γάλλος, Γάλλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάλος οι γάλοι
      γενική του γάλου των γάλων
    αιτιατική τον γάλο τους γάλους
     κλητική γάλε γάλοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάλος < ιταλική galo d' India

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάλος αρσενικό

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]