gamut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɡæm.ət/ & /ˈɡæm.ɪt/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

gamut (en)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • gamut στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια