gamut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɡæm.ət/ και /ˈɡæm.ɪt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gamut (en)

  • η πλήρης (τονική, συχνοτική) έκταση ενός οργάνου
  • το πλήρες εύρος - φάσμα
  • (ιστορικό) μουσική κλίμακα-σκάλα-βαθμίδα αποτελούμενη από εφτά αλληλοημικαλυπτόμενα εξακόρντα (βλέπε: hexachord), που εμπεριέχει όλες τις αναγνωρισμένες νότες που χρησιμοποιούνταν στην μεσαιωνική μουσική, καλύπτοντας σχεδόν τρεις οκτάβες από το μπάσο σολ (G) έως το ηψίψωνο μι (E)[1]
  • (ιστορικό) η χαμηλότερη νότα στην κλίμακα gamut (βλέπε άνωθεν)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • gamut στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια