Μετάβαση στο περιεχόμενο

grated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

grated (en)

grated orange rind - ξυσμένη φλούδα (ξύσμα) πορτοκαλιού
grated cheese - τριμμένο τυρί

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

grated (en)